"Κοινωνικοοικονομικοπολιτικοσυναισθηματικοί προβληματισμοί "

Παρασκευή, 21 Σεπτεμβρίου 2018

ποιος θυμαται τον Αναστάση;

Δεκαετία το '70.
Η πλατεία μας ήταν ακόμη τελείως ...υποβαθμισμένη(!) αλλά μέχρι και τα μεσάνυχτα είχε πάντα 'κίνηση'.
Η πιάτσα των Αγοραίων-Ταξι, δίπλα στο περίπτερο του Μανώλη του Τσιουμή και απέναντι στο καφενείο του Κλου, η στάση των ΚΤΕΛ. Το λεωφορείο έφερνε ...φούρλα την πλατεία και σταματούσε μπροστά στον Αργύρη τον Καραγκιόζη που ήταν το στέκι των κυνηγών (χύμα μπαρούτι και σκάγια για γέμισμα - πού να βρεις τότε έτοιμα φυσίγγια). Δε πήγαινε ακόμα Παραλία γιατί ο δρόμος δεν ήταν άσφαλτος, ούτε κουβέντα για Πάλιουρα, πόσο μάλλον για Ποταμό.
Εκεί στην πλατεία μας λοιπόν κατέβαινε κάθε πρωί απ' το σαράβαλο του ΚΤΕΛ, μαζί με τους μαθητές του Τριλόφου και του Πλαγιαρίου, ο πάντα ελαφρά ντυμένος, πάντα χαμογελαστός και εύθυμος, πάντα ευγενικός και γλυκομίλητος, θρυλικός Αναστάσης ο κατά κόσμον Πελτέκης. 
Ήδη στη διαδρομή είχε δεχτεί τα πρώτα πειράγματα απ' τα παιδιά, είχε εκφωνήσει τις πρώτες του ατάκες-ρητά εις την αρχαιοελληνικήν παρακαλώ και με το σακίδιο στον ώμο καλημέριζε τους πρωινούς μπαρμπάδες - επισκέπτες του παζαριού πριν πάρει την καθημερινή άγουσα για τον Ποταμό και το αγαπημένο του μέρος την Γιγωνίδα Άκρα όπως και ονόμαζε, τη Μύτη στο Φανάρι. Εκεί περνούσε τη μέρα του μ' ένα παγούρι νερό κι ελάχιστη τροφή, μαζεύοντας βολβούς και αποξηραμένα φυτά. Απηύθυνε χαιρετισμούς στους 12 θεούς του Ολύμπου από απέναντι και έλεγε στίχους απ' την Ιλιάδα που ήξερε απ' εξω όπως έλεγαν κάποιοι ταλιαντζήδες που τον συναντούσαν συχνά. 
Όσοι τον γνώρισαν αργότερα (ο Θοδωρής Βουδούρης ένα απ' αυτούς) είχαν να λένε για το εύρος των γνώσεών του και για την ευγένεια και το σεβασμό προς το συνάνθρωπό του, χαρακτηριστικά που τον διέκριναν.
Ένα μυστήριο ο υπόλοιπος βίος του μιας κι ήταν επιφυλακτικός με τους επανομίτες (δεν είχε κι άδικο), μέχρι που μπόρεσε κι αγόρασε ένα χωραφάκι  κοντά στον αγαπημένο του βιότοπο και σε τέτοιο μέρος που ν αγναντεύει τον Όλυμπο. Έφτιαξε μάλιστα κι ένα σιδερένιο πύργο για να βρίσκεται πιό ψηλά ακόμη. Αυτός ο πύργος ήταν κι η αφορμή να γνωρίσει τον Γόλα (τον μεγάλο σιδερά της εποχής) και δειλά δειλά να συναναστρέφεται με τους γείτονές του.
Τα χρόνια περνούσαν κι η στερημένη ζωή που έκανε τον 'φιλοδώρησε' μ' ένα εγκεφαλικό επεισόδιο. Ο Αναστάσης άρχισε να ντύνεται! πράγμα πρωτόγνωρο για όσους τον ήξεραν, άρχισε να μη γνωρίσει κόσμο που είχε καλή καλημέρα μαζί τους και το σπουδαιότερο, ελάττωσε κατά πολύ (έως τελείως) τις επισκέψεις στην αγαπημένη του Γιγωνίδα.
Μοιραίως, τον βρήκαν πεθαμένο μετά από πολυήμερη απουσία του, οι γείτονές του στο χωράφι κι από τότε, για χρόνια, η εξώπορτα έχασκε ολάνοιχτη στον κάθε περαστικό, λες και τον καλούσε να κοπιάσει όπως παλιά.
Ευχαριστώ τη Μαρία για τη φωτο

υ.γ. ακόμα νοιώθω ενοχές και οφείλω μια συγνώμη, έστω κι ύστερα από σαράντα χρόνια, για τα αμάραντα που του κρύψαμε μαζί με το σακίδιό του, έξω απ΄το καφεκοπτείο του μπαρμπα Βαγγέλη του Βογιατζή δίπλα στου Λώρη. Ενδόμυχα τον ζηλεύαμε γιατί κατείχε τ αρχαία τόσο καλά κι εγώ με τον Πανάγο τον Τζίνα είμασταν σκράπες στο γυμνάσιο όταν και διαδραματίζονταν τα παραπάνω. Καλή σου ώρα Αναστάση, ελπίζω τώρα πλέον να ησύχασε το ...ανήσυχό σου πνεύμα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου