"Κοινωνικοοικονομικοπολιτικοσυναισθηματικοί προβληματισμοί "

Τετάρτη, 29 Απριλίου 2015

ιστορίες με σκύλους

αθήνα (διήγημα)
Μια ιστορία με αφηγητή τον σκύλο Λουκάνικο που παρακολουθεί τους «αγανακτισμένους» είναι η ελληνική συμβολή στο πρώτο συλλογικό ευρωπαϊκό μυθιστόρημα
που αναρτάται στο διαδίκτυο και έχει τίτλο Πλατεία Συντάγματος
Αλέξης Πανσέληνος

Υπάρχουν πράγματα που μπορούν και να με κάνουνε να δείξω τα δόντια μου.
Ένα από αυτά είναι ο θόρυβος. Ο θόρυβος από τις εξατμίσεις των τροχοφόρων, από πόδια κάποιου που τρέχει με μπότες ή άρβυλα, ο ήχος από τα ματσούκια που χτυπούν στις ασπίδες τους οι κάσκες όταν παίρνουν διαταγή να τρομάξουν τον κόσμο. Οι σειρήνες επίσης μ’ εξαγριώνουν ώς εκεί που δεν παίρνει. Και βέβαια οι κροτίδες, που τις λένε «κρότου-λάμψης» και οι κάσκες τις πετάνε πάνω μας μετά το σχετικό παράγγελμα. 
Το άλλο που μ’ εξαγριώνει είναι σαν δέρνουνε τους φίλους μου. Όταν τους σέρνουν καταγής από τα μαλλιά, γρονθοκοπώντας και χαστουκίζοντάς τους. 
Φίλοι μου είναι όλοι όσοι περπατούν στο δρόμο χωρίς να με κλοτσήσουν ή να με φοβηθούν. Οι νεαροί με τα μαλλιά, τα γένια, τα κορίτσια με τα έντονα βαμμένα μάτια και τα καρφιά στο πρόσωπο, οι άλλοι με τα γυαλάκια και τα σακίδια στην πλάτη, με τα βιβλία και το κολατσιό τους, και ακόμη οι άλλοι με χαχόλικα και τις κουκούλες τραβηγμένες στο κεφάλι είτε κάνει κρύο είτε σκάει ο τζίτζικας. Και αυτοί που κάθονται στα σκαλοπάτια των κτιρίων, με το βλέμμα στο πουθενά, άκακοι, δυστυχισμένοι, θεομόναχοι. Οι γκριζομάλληδες που κάνουν ουρές έξω από το ΙΚΑ με τα βιβλιάρια στο χέρι και σου πετούν κανένα κομμάτι κουλούρι ή αστειεύονται για κάτι που ονομάζουν «σκυλίσια ζωή» και αδύνατο να καταλάβω τι πάει να πει αυτό. 
Τώρα να συστηθώ. Είμαι ο Θόδωρας. Όχι Θεόδωρος. Ούτε καν Θόδωρος. Παρακαλώ προσοχή: Θόδωρας – αυτό. Από τη μάνα μου ξέρω πως είχα έναν πρόγονο Θόδωρα, Πειραιώτη, που γύριζε με την παρέα του στην περιοχή του Τελωνείου κι έφταναν ίσαμε το
Ελληνικό, και πιο μακριά αν το ’φερνε η ανάγκη, ποδαράτοι από την Παραλιακή. Η δικιά μου μάνα τώρα, η Πετρούλα, γκαστρώθηκε από κάποιον εγγονό του παλιού εκείνου Θόδωρα και η τύχη, η πείνα ή η καύλα (ποτέ δεν ξέρεις τι πρώτο, τι δεύτερο) την έφεραν στην Αθήνα κι αποφάσισε να με γεννήσει και να μείνει οριστικά εδώ, γιατί τα τελευταία χρόνια ο Πειραιάς ξέφτισε και δεν βρίσκεις πια ούτε να φας στον δρόμο – τα μαζεύουν όλα οι μαύροι και οι Πακιστανοί.
Δεν είμαι βέβαιος αν η μάνα μου θυμόταν τον πρόγονο του καβαλάρη της – μάλλον κάπου στο βάθος του μυαλού της πρέπει να είχε κολλήσει το όνομά του ως σπουδαίο και μιας κι εγώ ήμουν αυτό που λένε «παιδί του έρωτα», αποφάσισε να μου το δώσει. Και με είπε Θόδωρα. Θαρρώ πως τόσο φτάνει. Οι περισσότεροι πάντως δε με λεν Θόδωρα, Λουκάνικο με λένε. Δεν ξέρω πώς μου βγήκε τ’ όνομα: μπορεί γιατί μ’ αρέσουν τα λουκάνικα, αν και σπάνια πια βρίσκεται κάποιος να κεράσει τέτοιο μεζέ, η αν το σώμα μου τους δίνει αυτή την εντύπωση, γιατί είμαι κίτρινος και μακρύς και συχνά πυκνά με παίρνει ο ύπνος σε τέτοια στάση που τα πόδια μου δεν φαίνονται κάτω από την κοιλιά μου.
Δεν μου τυχαίνει συχνά να λέω ιστορίες, αν και έχουν δει πολλά τα ματάκια μου. Στο σινάφι μας ο καθένας έχει τις δικές του και οι περισσότεροι δεν ενδιαφέρονται να ακούσουν του αλλουνού. Εγώ έχω μάθει πολλά από τους άλλους και ξέρω, ας πούμε, πως η ζωή στην πόλη είναι λιγότερο επικίνδυνη απ’ όσο στην εξοχή. Στην πόλη οι άνθρωποι είναι πολυάσχολοι και έχουν τόσα στο μυαλό τους που δεν περισσεύει καιρός να τα βάλουν μαζί σου – γιατί πολλοί φοβούνται και σιχαίνονται το σινάφι μας, που τριγυρνάει χωρίς αφεντικό και χωρίς λουρί στο δρόμο. «Ούτε Θεό ούτε Αφέντη» λεν οι πιτσιρικάδες με τα γυαλιά και τις κουκούλες, κι εμένα αυτό μ’ αρέσει και μου πάει. Κανείς δεν νιώθει ανησυχία αν σε δει να κοιμάσαι κουλουριασμένος έξω από ένα μαγαζί ή σ’ ένα κεφαλόσκαλο στον ήλιο. Και τον περισσότερο καιρό η ζωή μας περνά έτσι, αραχτά. 
Το στέκι το δικό μου και της παρέας μου είναι το καλύτερο. Η μεγαλύτερη και πιο φωτεινή πλατεία της πόλης. Έχει πάντα κόσμο στα μαγαζιά γύρω, μπόλικο πηγαινέλα στις εισόδους των μεγάλων ξενοδοχείων, άφθονους κορμούς δέντρων για κατούρημα και περιστέρια που τσιμπολογάνε στα πλακάκια και χαζεύουν από τα παραπέτα και τις στέγες της περιοχής, ειδοποιώντας μας για οτιδήποτε ασυνήθιστο, που θα ’πρεπε να μας κάνει πιο προσεχτικούς. Η πλατεία είναι μεγάλη και τη μοιραζόμαστε αρκετοί από μας, αγόρια και κορίτσια. Έχω τη δικιά μου μεριά στο κατέβασμα της σκάλας που βγάζει στην Αμαλίας, μπροστά από το μεγάλο κίτρινο κτίριο της Βουλής, που μοιάζει με παλιά στρατώνα και έχει μπροστά του, φωτισμένο κάθε βράδυ, κολλημένο στον τοίχο το τσίτσιδο σώμα ενός άντρα με κράνος και ασπίδα. Μάλλον πρέπει να πήγε από τέτανο, έτσι καθώς το σώμα του καμπυλώνει σε τόξο, σαν μέσα σε έναν τελευταίο σπασμό. Τα βράδια που όλα ησυχάζουν, αν κάνει ζέστη την πέφτω για ύπνο στα ψηλότερα σκαλιά. Ο ήχος από τα αραιά βήματα στο πεζοδρόμιο με νανουρίζει υπέροχα. 
Τα πρωινά χαζεύουμε τα παλικάρια με τις κοντές φουστίτσες και τα φεσάκια, να εκτελούν τις πιο άγαρμπες χορογραφίες που έχεις δει ποτέ, καθώς μένουν ακίνητοι στις πιο απίθανες στάσεις του σώματος, και οι Γιαπωνέζοι τουρίστες τραβούν ασταμάτητα φωτογραφίες και βίντεο. Τις άλλες ώρες μπαμπάδες και μαμάδες φέρνουν τα παιδάκια τους να ρίξουν κουλούρια στα περιστέρια και σπόρια που τα βάζουν πάνω στα χέρια και στα μαλλιά τους, για να έρθουν τα πουλιά να κάτσουν πάνω τους φτερακίζοντας και τσιμπολογώντας. 
Οι ώρες της κάθε ημέρας περνούν απαράλλαχτες. Βγαίνει ο ήλιος πίσω από το κίτρινο κτίριο, ψηλώνει και κονταίνουν οι σκιές απ’ τα δεντράκια στην πλατεία, ο κόσμος πυκνώνει κι αρχίζει το πηγαινέλα στους γύρω δρόμους, τα τραπεζάκια στα καφενεία γεμίζουν τουρίστες, αργόσχολους και «καμάκια» που πιάνουνε κουβέντα στις κοπέλες, αυτοκίνητα περνάνε πάνω-κάτω στη λεωφόρο και τα ξενοδοχεία ξεφορτώνουν μπαγκάζια και οι πορτιέρηδες σταματούν τις λιμουζίνες και τα ταξί, και γενικά όλα είναι ωραία και χαρούμενα. Το απογευματάκι τα πράγματα αρχίζουνε να ησυχάζουν. Ο κόσμος αραιώνει, ανάβουν φώτα, ρολά κατεβαίνουν, η κίνηση σταματά. Το βράδυ μόνο λιγοστοί περιπατητές θα κάνουνε τον δρόμο στο πάνω και στο κάτω μέρος της πλατείας, τραπεζάκια και καρέκλες μαζεύονται, τα ψηλά κτίρια γύρω σκοτεινιάζουν. Οι φίλοι μου τραβούν για τη μεριά του ο καθένας, σου λεν μια καλησπέρα, κανένα νέο απ’ όσα έχουν δει ή πάθει (υπάρχουνε κι αυτά στη ζωή) κι ύστερα κουλουριάζονται σε κάποια γωνιά και κοιμούνται. 
Όμως αυτά όλα άλλαξαν μες σε μια μέρα. Κι αν στην αρχή τρομοκρατήθηκα κι εγώ κι οι άλλοι, γρήγορα καταλάβαμε πως είχε ξεκινήσει ένα πανηγύρι που όμοιό του δεν είχαμε ξαναδεί. Δεν άρεσε σ’ όλους, είν’ η αλήθεια. Οι περισσότεροι (κυρίως οι θηλυκές) προτίμησαν να μετακομίσουν σε δρόμους πιο ήσυχους. Εγώ όμως και κάνα-δυο άλλοι, μείναμε και το γλεντήσαμε μ’ όλη μας την ψυχή. Για να πω την αλήθεια, κάτι είχα μυριστεί από τις κουβέντες στα καφενεία και στις στάσεις του τρόλεϊ, λόγια ακαταλαβίστικα, για μισθούς και συντάξεις, που καταλάβαινες πως είναι πράγματα που τα τρώνε οι άνθρωποι, και το ύφος όλων ήταν κατσούφικο και οι φωνές πικρές και νευρικές. Όλο και περισσότεροι τον τελευταίο καιρό έστεκαν και διαβάζανε τις εφημερίδες στα περίπτερα κι ύστερα κουνούσαν το κεφάλι, έσφιγγαν τα χείλια κι απομακρύνονταν δύσθυμοι και οργισμένοι. Δεν ξέρω τι έβλεπαν εκεί, πέρα από χρώματα, γράμματα μαύρα ή κόκκινα, και φωτογραφίες από κάτι βλακόφατσες. Αλλά φαίνεται πως τίποτα απ’ όλα αυτά δεν τους άρεσε. 
Ένιωθες τον αναβρασμό να ανεβαίνει. Μέρα με τη μέρα οι περαστικοί στην πλατεία μας ανάδιναν αύρα κακή, όλο και πιο κακή. Φοβόσουν πως μπορεί να σε κλοτσήσουν, να σε πατήσουν, να σου κάνουν κακό. Μετά πρόσεχες πως η σύσταση του πληθυσμού άρχισε να αλλάζει: εκεί που οι πέντε στους δέκα ήταν ξένοι, οι ντόπιοι άρχισαν να γίνονται περισσότεροι. Και –το πιο παράξενο– ο κόσμος αντίς να αραιώνει, πύκνωνε πιο πολύ όσο βράδιαζε. Έρχονταν από παντού, από τη λεωφόρο, από τους κάτω δρόμους και τα στενά της αγοράς, από τη Σταδίου, από την Πανεπιστημίου κι από τη Βασιλίσσης Σοφίας. Όπα! είπανε κάποιοι από το σινάφι. Πανηγύρια θα ’χουμε! 
Όταν φάνηκαν κάποτε και οι κάσκες, τότε μπορούσες να είσαι σίγουρος. Θα είχαμε φωνές, συνθήματα ρυθμικά και τραγούδια. Ο κόσμος όμως δεν έμοιαζε με εκείνους που συνήθως μαζεύονταν έξω από τη Βουλή και φώναζαν. Ήταν οικογένειες με παιδιά που κρατούσαν μπαλόνια και επιγραφές ζωγραφισμένες σε χαρτόνι και είχανε βάψει στα μάγουλά τους ρίγες μπλε και άσπρες, ήταν γέροντες και γριές καλοντυμένοι και καθωσπρέπει, φοιτητούδια και νεολαία κάθε λογής, με χαχόλικα και κουκούλες, αλλά και δεσποινίδες ντυμένες με την τελευταία λέξη της μόδας, κυρίες με μοντελάκια και εσάρπες, νοικοκυρές με κατσαρόλες, έφηβοι με ροκάνες και σημαιάκια στα χέρια. Όλοι κοιτούσανε τη Βουλή και όσο περνούσε η ώρα ξεθάρρευαν κι άρχισαν να μουντζώνουν το κτίριο φωνάζοντας «κλέφτες» και «απατεώνες». Δείχνανε να το διασκεδάζουνε. Δεν στέκεις κάθε μέρα απέναντι στη Βουλή, με τους βουλευτές μέσα να συνεδριάζουν, και να τους μουντζώνεις, φωνάζοντάς τους «Ουστ!» (πώς να μην ανατριχιάσω μ’ αυτή την κραυγή με την οποία κάποιοι με διώχνουν σαν τους πλησιάζω) και «Ξυπνήσαμε!», πράγμα λογικό αφού είχε γεμίσει η πλατεία με ανθρώπους που διαφορετικά τέτοια ώρα θα ήταν στα κρεβάτια τους. Ναι, είχαν ξυπνήσει και είχαν έρθει να μουντζώσουν τη Βουλή. Κάποια κυρία με φούστα κοντή κι αθλητικά παπούτσια, κρατούσε δεμένο από το λουρί του έναν Δαλματό που έδειχνε τελείως πελαγωμένος μες σ’ αυτό το πλήθος και τον θόρυβο. Απ’ τον λαιμό του κρεμόταν μια επιγραφή που έλεγε «Ξυπνήσαμε κι εμείς τα ζώα, ρε!». Όλοι έβγαζαν τον Δαλματό φωτογραφία με τα κινητά τους και η κυρά του τον περιέφερε καμαρωτή ανάμεσα στον κόσμο. 
«Θες να τους δούμε από ψηλά;» μου κάνει μια στιγμή ο Μιμάκος, ο μαύρος γέρικος Γκέκας που κοιμάται πίσω από τη χτιστή γλάστρα πλάι στη σκάλα. «Από πού ψηλά;» ρώτησα εγώ. «Από τη Βουλή», μου λέει. «Ακόμα δεν έχει κλείσει το πέρασμα, οι μπάτσοι στέκουν και κοιτούν μονάχα, έλα, πάμε». Πήγα ξοπίσω του. Περάσαμε ανάμεσα απ’ τα πόδια των συγκεντρωμένων, βγήκαμε στο προαύλιο των περιστεριών, μπροστά από τα φυλάκια των αγοριών με τις φουστίτσες, κι ανηφορίσαμε από την πλαϊνή ράμπα προς την είσοδο. Τα στόρια στα ψηλά παράθυρα του κτιρίου ήτανε κατεβασμένα, αλλά τα μεγαλύτερα, στον πρώτο και στο ισόγειο, ήταν ανοιχτά κι είχανε φώτα. Αστυνομικοί σουλατσάρανε μπροστά στην είσοδο με τις κολόνες. Ανεβήκαμε στο παραπέτο και προσπαθήσαμε να δούμε από τα παράθυρα, τι κόσμος υπήρχε εκεί μέσα άραγες και τι έλεγαν για όλους αυτούς που έστεκαν στην πλατεία μουντζώνοντας και βρίζοντάς τους. Καθώς τα φώτα είχαν ανάψει στους δρόμους και τα φλας άστραφταν διαρκώς, τα τζάμια του ισογείου είχανε γίνει καθρέφτες κι εκεί πάνω έβλεπες άλλο ένα πλήθος ανθρώπων να μουντζώνει τους συγκεντρωμένους διαδηλωτές. Ήταν, αν πρόσεχες, σάμπως οι ίδιοι να είχαν με κάποιον τρόπο μαγικό μπει στη Βουλή και μούντζωναν τους απέναντι. «Οι άνθρωποι είναι τρελοί, πάντα το έλεγα», είπε ο Μιμάκος. «Μαζεύτηκαν εδώ για να μουντζώσουν στον καθρέφτη τους».
Κατεβαίνοντας είδαμε πως το πράγμα είχε αρχίσει να χοντραίνει. Οι κατασκηνωτές από τα αντίσκηνα, που είχαν στηθεί το βράδυ, τα είχανε μαζέψει για να μην τσαλαπατηθούν τα πρόχειρα νοικοκυριά τους, τα πανό είχαν κολλήσει στο κιγκλίδωμα και σείονταν με βία, οι φωνές είχαν ανέβει εκκωφαντικά, οι κάσκες έπαιρναν εντολές από τους αρχηγούς της αγέλης τους, πώς να κάνουν τούτο και πώς εκείνο, φορούσαν βιαστικά τις μάσκες που τους κάνουν να μοιάζουν με πλάσματα από άλλον κόσμο. Δεν έχω ιδέα τι λένε τα πανό, υποθέτω όμως πως γράφουν αυτά που φωνάζουν όλοι. Ώσπου να πεις «κόκαλο», βρίσκομαι κι εγώ μ’ ένα μικρό πανό κρεμασμένο στον λαιμό, πιασμένο με χοντρό σπάγκο. Ο κόσμος σπρώχνεται από τους πίσω να πάει μπροστά, να σπάσει το κιγκλίδωμα, να μπουκάρει στο προαύλιο των αγοριών με τις φουστίτσες που έχουν από ώρα τώρα εξαφανιστεί. Είχε έρθει κάποιος με στολή και τους πήρε να φύγουνε με παραγγέλματα, «ένα-δυο, ένα-δυο», τα τσαρουχάκια τους να χτυπάνε το πεζοδρόμιο, με βήμα όμως πιο γοργό από το συνηθισμένο και χωρίς πολύ καμάρι. Κανένας τους δεν θέλει να βρεθεί με τις φούντες στα τσαρούχια και την κοντή φουστίτσα του και το λευκό κολάν ανάμεσα στο αγριεμένο πλήθος.
Τα παράθυρα στα μεγάλα ξενοδοχεία έκλεισαν βιαστικά, οι πόρτες το ίδιο. Μικρές ομάδες από κάσκες έχουν σταθεί στο κεφαλόσκαλο για να εμποδίσουν τον κόσμο να μπουκάρει μέσα. Πίσω μου ένα κύμα οργής και θυμού ξεχειλίζει από παντού και με σπρώχνει να προχωρήσω πιο μπροστά απ’ όλους. Ξέρω πως κανείς δεν τα ’χει μαζί μου, όλοι συμπαθούν έναν σκύλο, το έχω ακούσει τόσες φορές να το λένε στα τραπεζάκια της πλατείας. Ο καλύτερος φίλος του ανθρώπου. Πλάσμα χωρίς κακία. Αγνή ψυχή. Καλοσύνη και συντροφικότητα. Αυτά λένε. Κι όσο αληθεύει αυτό για τους ανθρώπους, άλλο τόσο είναι για μας. Δηλαδή, δεν είναι και απόλυτο… Πάντως μέσα στον χαμό και στην αναμπουμπούλα δεν νιώθω κίνδυνο. Όχι πάντως από τον κόσμο γύρω μου. Αν υπάρχει κάποιος κίνδυνος είναι ίσια μπρος μας, από τις κάσκες. Χτυπούν τα κλομπ στις ασπίδες, κραδαίνουν τα ρόπαλα, στις ζώνες οι θήκες με τα πιστόλια, και έχω δει εγώ τι μπορεί να κάνει μ’ αυτά μια κάσκα αν θέλει: έτσι για την πλάκα τους, σουρωμένοι σε κάποιο εξοχικό κέντρο, ένα βράδυ, είχαν βάλει στη σκοποβολή ένα φιλαράκι μου. Και στο τέλος της διασκέδασης, μπαμ μπαμ, ο δικός μου βρέθηκε στο χώμα, με τη γλώσσα έξω από το στόμα και το τομάρι κόσκινο από σφαίρες. Το ίδιο είχα δει να γίνεται ένα άλλο βράδυ, κάτι χειμώνες πίσω, στα Εξάρχεια, μ’ έναν πιτσιρικά που μύριζε ακόμα γάλα και κείνη την άλλη μυρωδιά που βγάζουν τα νεαρά αγόρια. Ένα πλάσμα χωρίς κακία μέσα του. Τότε είχαν πάλι ξεσπάσει φασαρίες στο κέντρο κι εγώ πήγα πάλι με τον κόσμο, βρίζοντας και απειλώντας τις κάσκες, γιατί είχα δει τι του έκανε ένας απ’ αυτούς, ενώ ο μικρούλης όλο κι όλο που έκανε ήταν να τον βρίσει. Γιατί να βγάλει αυτός πιστόλι και να τον ξαπλώσει κάτω; Πρώτη μου φορά που ήθελα να ορμήσω και να ξεσκίσω κάποιον από τις κάσκες, όποιον και να ’ναι – κι ας μύριζαν πολλοί ανάμεσά τους το ίδιο με τον μικρό που είχανε πυροβολήσει οι δικοί τους. Εγώ αγαπάω τα παιδιά. Μυρίζουν φιλία και όρεξη για παιχνίδι – ό,τι καλύτερο για έναν άνθρωπο.
Ξαφνικά ακούστηκε η διαταγή και οι κάσκες άρχισαν να ρίχνουν δακρυγόνα πάνω μας. Οι νεότεροι από τους θυμωμένους είχαν έτοιμα μαντίλια μουσκεμένα με νερό, κάποιοι άλλοι πιο έμπειροι είχαν μάσκες παρόμοιες, αγορασμένες από τα υπόγεια της πλατείας Αβησσυνίας – πλάκα είχε, γιατί πολλές δεν δούλευαν ή δεν ήξεραν να τις χρησιμοποιήσουν, πολλοί τις έβγαζαν και τις πετούσανε κάτω βλαστημώντας γιατί τους εμπόδιζαν να βλέπουν καθαρά. Όσο για μένα και τους κολλητούς μου, άσ’ τα τι τραβάμε σαν αρχίσουν να σκάνε γύρω οι καπνοί! Το δηλητήριο μπουκάρει από τα ρουθούνια και το στόμα, και τίποτα δεν μπορείς να κάνεις για να γλιτώσεις. Ας φρόντιζε κάποιος να μου βρει μια μάσκα κι εμένα, αντί να μου κρεμάνε εκείνο το χαρτόνι με τις κόκκινες λέξεις γραμμένες πάνω του. Τότε λοιπόν είναι που εξαγριώνομαι και μέσα μου ξυπνά εκείνος ο κοιμισμένος λύκος που μου ’λεγε γι’ αυτόν η μάνα μου – «όλοι έχουμε έναν μέσα μας, τυχερός όποιος δεν τον βλέπει να ξυπνά». Τα δόντια μου λες και μακραίνουν, τα ούλα μου κοκκινίζουν απ’ το αίμα, τα μάτια μου γεμίζουνε φλεβίτσες και γουρλώνουν άγρια. Και η φωνή μου… α, η φωνή μου μπορεί ακόμα κι εμένα τον ίδιο να τρομάξει. Οι κάσκες όμως δεν ακούν το ουρλιαχτό μου, δεν φοβούνται τα δόντια μου γιατί έχουν χοντρά ρούχα και οι μπότες τους είναι σκληρές και ενισχυμένες. Έτσι και πλησιάσεις, μπορεί να φας κλοτσιά ίσια στα δόντια και να τα μαζεύεις απ’ την άσφαλτο. Έφαγα μπόλικες, γιατί το βράδυ εκείνο ο κόσμος ήταν πιο θυμωμένος από κάθε άλλη βραδιά, ο ουρανός πιο ανταριασμένος, τα φώτα πιο εκτυφλωτικά, το πλήθος μεγαλύτερο και οι κάσκες σίγουρα πιο φοβισμένες – και όταν οι κάσκες φοβηθούν, τότε είναι που πρέπει να προσέχεις περισσότερο – κανείς δεν ξέρει τι είναι ικανές να κάνουν.
Είχα μαζέψει μπόλικες κλοτσιές στα πλευρά κι αποφάσισα να κάνω διάλειμμα, μια «τακτική υποχώρηση» όπως λεν στις κάσκες οι αρχηγοί της αγέλης τους. Τράβηξα όσο μπορούσα πιο γρήγορα, ανάμεσα από τα πόδια του κόσμου, στο κάτω μέρος της πλατείας, εκεί που οι καπνοί ήταν αραιότεροι και το ξύλο λιγότερο άγριο, καθώς κάσκεςδεν είχαν φανεί ακόμα από την πλευρά της Σταδίου και από τη Μητροπόλεως. Ο κόσμος ήταν πιο αραιός κοντά στα κλειστά καφενεία κι όσοι μπορούσαν σέρνονταν με προσοχή, τοίχο τοίχο, μπας και καταφέρουν να ξεγλιστρήσουν από την Κολοκοτρώνη και τη Βουλής μακριά από τον αναβρασμό. Μια Γαλλίδα δασκάλα με μια ομάδα μαθητές της, κρατημένοι χέρι χέρι για να μη χαθούνε, πάσχιζαν να ξεγλιστρήσουν για να φτάσουν όσο μπορούσαν πιο γρήγορα στην ασφάλεια του ξενοδοχείου τους, μες στα στενά της Πλάκας. Ένα ζευγάρι Γερμανοί, άντρας και γυναίκα, αγκαλιασμένοι είχανε γίνει ένα με τον τοίχο πίσω τους, κοιτώντας με τρόμο προς το επάνω μέρος της πλατείας που τώρα είχε αρχίσει να μοιάζει με πραγματικό πεδίο μάχης, καθώς οι πρώτες μολότοφ είχαν σκάσει και οι φλόγες έβαφαν τους καπνούς των δακρυγόνων πορτοκαλί και κόκκινους πετώντας σπίθες προς τον ουρανό.
Έξαφνα είχα αρχίσει να βλέπω παράξενα όλα τα πράγματα γύρω μου. Το κεφάλι ενός άντρα με γένια στο σώμα μιας χοντρής κυρίας, τα πόδια ενός πιτσιρικά με σορτσάκια στο κάτω μισό μιας κοπέλας με μαντίλι στο πρόσωπο, τις μαύρες μπότες μιας από τιςκάσκες στη θέση των τροχών ενός παιδικού καροτσιού. Τα πάνω κάτω και τα κάτω επάνω. Αστραπές και γλώσσες φωτιάς. Καπνούς και σύννεφα. Γραμμές γράφονταν στον ουρανό από τα καλώδια του τρόλεϊ που τράνταζαν τα ρεύματα του αέρα. Οι κάσκεςπροχωρούσαν προς τον κόσμο και πάλι έστεκαν. Έπειτα ορμούσαν μπρος με σηκωμένα τα κλομπ και χτυπώντας στο ψαχνό απωθούσαν τις ομάδες που διαρκώς άλλαζαν σχήμα, θέση και σύνθεση, πότε στ’ αριστερά, πότε στα δεξιά τους. Κάποιοι κρατώντας αγκαλιά τα μικρά παιδιά τους, που τα είχαν φέρει μαζί για «το πανηγύρι» και τώρα σπάραζαν στο κλάμα τρομαγμένα, προσπαθούσαν να βρουν διάδρομο διαφυγής.
Ανάμεσα στα πόδια του κόσμου είδα τον Συνταξιούχο να τρεκλίζει παραζαλισμένος: πρέπει να είχε αρπάξει κάποιον κατακέφαλη και τα είχε χαμένα. Ο Συνταξιούχος είναι ένας μαυριδερός από πατέρα γκριφόν και μάνα κόλεϊ –ή κάποια ανάμειξή τους– κι είχε τα γένια και τα φρύδια των γκριφόν κι αυτά τα μάτια που οι άνθρωποι τα λένε «μάτια σκύλου» και το προφέρουν με έναν μορφασμό λύπησης και τρυφερότητας. (Τόσα ξέρουν, τόσα λένε!) Ο Συνταξιούχος ήταν έξυπνο παιδί και είχε πιάσει δουλειά μ’ έναν ζητιάνο που τριγυρνούσε με το καροτσάκι ενός σουπερμάρκετ, όπου μέσα είχε τον σκύλο και ένα σωρό πακέτα και κουτιά και σακούλες με τα πράγματά του και με όσα μάζευε από τα σκουπίδια και τα άχρηστα που παρατούν στα πεζοδρόμια. Ο Συνταξιούχος με τα «μάτια σκύλου» συγκινούσε τους ζωόφιλους και τις τρυφερές ψυχές, και ο ζητιάνος καζάντιζε ένα καλό ποσούλι κάθε μέρα, απ’ το οποίο τάιζε και τον σκύλο-βοηθό. Είχανε τακιμιάσει τέλεια οι δυο τους. Έπειτα κάποια μέρα ο ζητιάνος δεν σηκώθηκε ποτέ από τον ύπνο του και ο Συνταξιούχος είδε κι απόειδε και τον παράτησε κι έφυγε και ήρθε μαζί μας στην πλατεία. Τον είχαν πάρει κι αυτόν τα χρόνια. Στις διαδηλώσεις το γλεντούσε μαζί μας, γάβγιζε τις κάσκες και μάζευε χάδια και μεζεδάκια από τους διαδηλωτές, που πάντα χαίρονται σαν μας βλέπουνε μαζί τους.
Τον έχασα ανάμεσα στα πόδια του κόσμου που έτρεχε σαν τρελός μόλις οι κάσκεςάρχισαν γενική έφοδο. Και νομίζω πως δεν τον ξαναείδα ποτέ από τότε. Το βράδυ αυτό ο καθένας κοιτούσε να γλιτώσει από τα αντικείμενα που εκτόξευαν οι δυο παρατάξεις η μια στην άλλη, να μη ρουφήξει τα δηλητήρια των καπνών και να μη σπάσει κανένα παΐδι ή κεφάλι απ’ τις κλοτσιές. Πόλεμος! Οπλισμένοι ενάντια σε άοπλους, που όμως ήτανε τόσο πολλοί ώστε να κάνουνε τους οπλισμένους να φοβούνται. Απ’ τα παράθυρα της Βουλής, κρυμμένοι πίσω από τα κατεβασμένα στόρια, κάποιοι κοιτούσαν έντρομοι το άγριο θέαμα. Τα πανό σέρνονταν κουρελιασμένα στην άσφαλτο. Ο θυμός είχε χτυπήσει κόκκινο, η αγανάκτηση είχε μεταβληθεί σε οργή, σε μανία – οι διαδηλωτές, κυρίως οι νεότεροι, είχαν μεθύσει από αυτό το πράγμα που ξαφνικά χύνεται μες στο αίμα σου και σε αλλάζει σε όπλο φονικό. Οι άνθρωποι τελευταία το παθαίνουν πολύ συχνά αυτό – το βλέπεις και στον δρόμο. Για μια θέση πάρκινγκ στο πεζοδρόμιο. Για ένα κλείσιμο του αυτοκινήτου τους από κάποιον άλλον που βιάζεται ή ανυπομονεί και δεν θα ’θελε κανένα άλλο αυτοκίνητο να κυκλοφορεί στον δρόμο. Για ένα βλέμμα που έρχεται από κάποια παρέα στο καφέ και πέφτει στη γυναίκα που συνοδεύει ένας άλλος. Για τα αποτελέσματα του ποδοσφαίρου. Για ένα σωρό άλλα θέματα που δεν τα ξέρω και δεν τα καταλαβαίνω, και ούτε θέλω να τα μάθω. Εμείς τουλάχιστον πλακωνόμαστε για κανένα μεζεδάκι ή για καμιά γκόμενα. Είναι τρελοί οι άνθρωποι. Αλλά έχουν και τις χάρες τους. Το χάδι τους μπορεί να σε τρελάνει. Μια κουβέντα που σου απευθύνουν, λες και περιμένουν να τους απαντήσεις, είναι κι αυτή σαν χάδι. 
Τις μέρες εκείνες της Άνοιξης είχαν αποφασίσει να φωνάξουν και να βρίσουν και να διαμαρτυρηθούν και να απαιτήσουν. Οι πιο παλιοί μού έλεγαν πως διαδηλώσεις γίνονταν πολύ πιο συχνά, πως κάποτε ο κόσμος αμέσως θα κατέβαινε στους δρόμους, πως δεν μπορούσε να περάσει γεγονός απαρατήρητο και πως συχνά γίνονταν συλλαλητήρια ακόμα και για τους πολέμους άλλων ανθρώπων, σε άλλα μέρη μακρινά, που δεν είχαν καμιά σχέση με τον τόπο εδώ ή με τη ζωή τους. Έπειτα, σαν να είχανε μάθει, σαν να είχανε συνηθίσει αυτή την κατάσταση ή σαν να πίστευαν πως τίποτα πια δεν τους αφορούσε, έπαψαν να θυμώνουν και να κατεβαίνουνε στους δρόμους. Για χρόνια είχε αρκετή ησυχία. Φέτος όμως το πράγμα άλλαξε. Από τη μια μέρα στην άλλη ο θυμός και ο φόβος για τα ψέματα και τις απάτες (έλεγαν στα καφενεία της πλατείας), για τα σκάνδαλα και τις λοβιτούρες των πολιτικών, για τα πεταμένα λεφτά και για τις υποσχέσεις που ποτέ δεν κρατήθηκαν και –το χειρότερο– για τη ζημιά που ζήτησαν να την πληρώσουνε οι πιο φτωχοί απ’ όλους γιατί, λέει, ήταν το πράγμα βιαστικό κι αναβολή δεν έπαιρνε, όλα τούτα έφεραν τον κόσμο στους δρόμους και πλήθη ντόπιων και ξένων που θέλησαν να δείξουν αλληλεγγύη, μπροστά στο άσχημο αυτό κίτρινο κτίριο που μοιάζει με παλιά στρατώνα – τη Βουλή που τη λένε. 
Λεπτομέρειες ποιος φταίει και πόσο δεν ξέρω να πω. Κι ούτε και άλλος κανείς μοιάζει να ξέρει. Κι όσοι ξέρουν, δεν θέλουν να πουν. Κι όσοι λεν κάτι, λεν όσα τους συμφέρουνε. 
Το σίγουρο είναι πως απόψε πέφτει πολύ ξύλο. 
Οι κάσκες είχαν κι αυτές τους τραυματίες τους, που βιαστικά τους απομάκρυναν οι συνάδελφοί τους και τους φόρτωναν στ’ αυτοκίνητα για το νοσοκομείο. Οι τραυματίες από τους αγανακτισμένους φρόντιζαν μόνοι τα τραύματά τους κι όσοι μπορούσαν βοηθούσανε τους άλλους. Ο Συνταξιούχος φάνηκε μια στιγμή και χάθηκε για πάντα. Τα κορίτσια είχανε λακίσει για τα πιο ήσυχα στενά της Πλάκας. Η παρέα μου είχε σκορπίσει ανάμεσα στα πόδια που έτρεχαν και τσαλαπατούσαν ό,τι βρισκότανε πεσμένο κάτω. Ο Μιμάκος κι εγώ είχαμε κολλήσει για ασφάλεια ο ένας πλάι στον άλλον και τρέχαμε μια από δω μια από κει. Δεν ξέρω, δεν θυμάμαι πόσο κράτησε. Ήτανε κι άλλα βράδια τέτοια, που ξεκινούσανε ειρηνικά, με γέλια και αστεία και κοροϊδίες, με νούμερα αυτοσχέδια και με καντάδες, με Ισπανούς και Ιταλούς και Γάλλους που είχαν έρθει ή είχανε βρεθεί στην πόλη, με πανό και συνθήματα αγανάκτησης και με κοροϊδίες, με βρισιές για τους πολιορκημένους της Βουλής και απειλές. 
Κι έπειτα, ένα βράδυ, το τελευταίο νομίζω –γιατί ο κόσμος κουράστηκε και κάποιοι που χώθηκαν μέσα στο πλήθος για να προκαλέσουν τις κάσκες, έδιωξαν τελικά τους άλλους που είχαν έρθει να φωνάξουν τον καημό τους–, ένα βράδυ λοιπόν, προτού αποσύρουν οριστικά τις κάσκες από το προαύλιο της Βουλής, κάναμε με τον Μιμάκο ένα μικρό σουλάτσο μπροστά από τις παρατάξεις των μπάτσων, που είχανε τις ασπίδες ακουμπισμένες στους τοίχους και τα κράνη στα σκαλοπάτια, γύρω από τον ξαπλαρωμένο γυμνό άντρα, και τα παλικάρια με τις φουστίτσες είχανε ξαναρχίσει τους άγαρμπους χορούς τους στα φυλάκια. Αφηρημένος για μια στιγμή γύρισα από κει πάνω και κοίταξα την πλατεία μου, άδεια, να γυαλίζει από τα νερά που είχε ρίξει ο Δήμος για την καθαριότητα. Ήταν όμορφη και ήσυχη και απορούσες πώς είναι δυνατό να είχε δει τέτοια αγριότητα και τόση οργή. 
Ύστερα μύρισα τον καπνό κάποιου τσιγάρου που άναψε πίσω μου κι έστρεψα να δω. Ήταν μια από τις κάσκες που ακουμπούσε την πλάτη σ’ έναν κορμό και ξεκουραζότανε. Ένα νεαρό παιδί. Είχε αγαθά μάτια, ολοστρόγγυλα, γεμάτα φόβο. Κι από τα χείλη του, μαζί με τον καπνό, έβγαινε κάτι σαν αναστεναγμός. Την ώρα εκείνη θα ήθελε περισσότερο από καθετί, να βρισκόταν πάλι στην αγκαλιά της κοπέλας του, στο μικρό ισόγειο διαμέρισμα, στο Παγκράτι, με το στενό μπαλκονάκι που το σκίαζε μια νεραντζιά απ’ το πεζοδρόμιο.
Πήγα κοντά, πολύ προσεκτικά, και μύρισα τις μπότες του. Δεν είχαν πάνω τους μυρωδιά δικιά μας, σημάδι πως δεν είχε κλοτσήσει κάποιον από μας. Όχι πρόσφατα πάντως. Γύρισε πάνω μου το βλέμμα κι έδειχνε να περιμένει πως θα του γαβγίσω ή θα του δείξω τα δοντάκια μου. Όταν είδε πως τον κοιτούσα με «βλέμμα σκύλου» (ξέρουμε πια ποιο βλέμμα λένε έτσι οι άνθρωποι και πρόθυμα το χρησιμοποιούμε αν χρειαστεί – τι να πεις… αυτά έχει το πάρε-δώσε μαζί τους), έσκασε μισό χαμόγελο στην άκρη από το στόμα του, και ταυτόχρονα γύρισε γρήγορα στο πλάι το μάτι, να δει αν τον κοιτούν οι άλλοι.
— Λουκάνικε φιλαράκι, μου είπε με χαμηλή φωνή. Γεια σου, ρε κόπρο…
Δυο βήματα πιο πίσω, ο Μιμάκος είχε σηκώσει το ποδάρι και κατουρούσε μια ακουμπισμένη ασπίδα, ίσια πάνω στην επιγραφή «Αστυνομία – Police». 
Ήταν φιλικός ο νεαρός αστυφύλακας, κατάλαβε πως δεν θα του ορμήσω. Και ποιος τολμά να κάνει τέτοιο πράγμα ανάμεσα σε είκοσι από αυτούς; Και γιατί να το κάνω; Ένα παιδάκι φοβισμένο ήτανε. Άδεια η πλατεία, οι πληροφορίες από τους ασυρμάτους έλεγαν πως η πόλη είναι ήσυχη, κίνηση δεν παρατηρείται από καμιά πλευρά. Όπως φαινόταν το πράγμα, αργά ή γρήγορα θα ξαναμπαίνανε στα οχήματά τους και θα φεύγανε.
Κι εγώ ήθελα να κοιμηθώ. 
Και ο Μίμης το ίδιο. 
Και η πόλη. 
Και η πλατεία. 
Τίποτα ποτέ δεν τελειώνει, τίποτα δεν λύνεται και τίποτα δεν έχει αύριο την ίδια σημασία. Οι φωνές των αγανακτισμένων ακούστηκαν, και ακούστηκαν καλά, ακόμα και πολύ πιο πέρα απ’ την πλατεία μου. Οι τύποι στη Βουλή περπατούν με το κεφάλι χαμηλωμένο και το βλέμμα χαμένο στο πουθενά. Σήμερα είναι, αύριο δεν θα είναι.
Κι εμείς το ίδιο, σήμερα είμαστε, αύριο όχι πια.
Αλλά αν ζήσεις χωρίς να θυμώσεις, χωρίς να γαβγίσεις και χωρίς να δαγκώσεις, τότε ούτε έχεις ζήσει ούτε που σου άξιζε.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου